Νεανικές Ανησυχίες

Δεν είναι εύκολο να ορίσουμε τι είναι νεότητα, αν και το ψάχνουμε πολύ. Οι διάφοροι συγγραφείς στο πέρασμα του χρόνου δεν έχουν κατορθώσει να συμφωνήσουν σε κανέναν ακριβή ορισμό. Επιπλέον, η νεότητα είναι τόσο πλούσια και με τόσες αποχρώσεις, που δεν βρίσκουμε έναν τρόπο αντικειμενικό, συγκεκριμένο, αυθεντικό, συνθετικό για να την ορίσουμε.  Ως φιλόσοφοι έχουμε μια μεγάλη πίστη στη νεότητα και μια μεγάλη ελπίδα σ’ αυτόν το μελλοντικό κόσμο για τον οποίο μιλάμε τόσες φορές και λέμε τόσα πράγματα. Νομίζουμε πως δεν έχουμε πάψει να είμαστε νέοι κατά βάθος και για τον έναν ή τον άλλο λόγο συνεχίζουμε να έχουμε κάποιες ανησυχίες, που είναι λίγο πολύ νεανικές, και έχουν τη ρίζα τους στα ίδια προβλήματα και σε παρόμοιες συνθήκες.

Σε γενικές γραμμές, για να ορίσουμε τη νεότητα, θα πρέπει να δεχτούμε αυτό που λένε ορισμένοι: ότι είναι μια ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ της παιδικής ηλικίας και της ωριμότητας.

Είναι όντως ένα ενδιάμεσο στάδιο, όχι όμως το μοναδικό ούτε το καθοριστικό, αλλά ωστόσο πολύ ιδιαίτερο, γιατί το άτομο βγαίνει από τη λεγόμενη “γλυκιά ασυνειδησία της νεότητας” και μπαίνει σχεδόν ξαφνικά με ένα άμεσο και απότομο ξύπνημα στις  ίδιες τις εσώτερές του πραγματικότητες. Αυτές μπορεί να είναι συγκινησιακές, νοητικές, φυσικές και ψυχολογικές, που γεννιούνται εκείνη την περίοδο και που, όσο φυσικές κι αν είναι, δεν παύουν να έχουν ισχυρό αντίκτυπο στην προσωπικότητα του νέου.

Μιλώντας για τη νεότητα, δε μπορούμε να αναφερθούμε αποκλειστικά και μόνο  στις φυσικές αλλαγές που παράγονται και που σηματοδοτούν το πέρασμα από την παιδική ηλικία στην εφηβεία. Πρέπει επίσης να αναφερθούμε σε άλλες, συνακόλουθες αλλαγές, ψυχολογικής και νοητικής φύσης, που είναι πολύ βαθιές. Λειτουργώντας σαν ηχώ από παλιές παραδοσιακές και εσωτερικές διδασκαλίες, θα πρέπει επίσης να σκεφτούμε ότι η αλλαγή στη νεότητα πηγαίνει ακόμα πιο πέρα και δεν ξυπνούν μόνο η ψυχή και το σώμα, αλλά επανεμφανίζεται και το ίδιο το Εγώ. Αυτό το κοιμισμένο Ανώτερο Εγώ έρχεται από το βάθος του χρόνου και χρειάζεται μια ιδιαίτερη στιγμή στη ζωή για να ξυπνήσει και να εκδηλωθεί. 

Δε συμφωνούμε μ’ εκείνους που λένε ότι η νεότητα αρχίζει με την ήβη, τη σεξουαλική ωριμότητα. Ούτε πρέπει να μιλάμε για το τέλος της νεότητας όταν εμφανίζεται η ωριμότητα και το ανθρώπινο ον είναι πια ενήλικο. Αν ήταν έτσι, τότε θα έπρεπε να αναρωτηθούμε πότε αρχίζει αυτή η ωριμότητα. Ή μήπως η νεότητα παρατείνεται πολύ περισσότερο, όχι πια στις θετικές της όψεις αλλά στις αρνητικές, ως έλλειψη ωριμότητας που εμποδίζει το νέο να ξέρει τι ζητάει;

Βλέπουμε ότι δεν μπορούμε να θέσουμε όρια. Ο ανθρώπινος πλούτος είναι άπειρος.

Οι πολλαπλές εκφράσεις της ανθρώπινης εξέλιξης είναι κι αυτές άπειρες και δεν μας επιτρέπουν να περιοριζόμαστε σε αυστηρούς ορισμούς. 

Η νεότητα έχει το στοιχείο της νέας γέννησης. Είναι σαν να ξαναγεννιέται κανείς, αν και βρίσκεται ήδη μέσα σε ένα φυσικό σώμα που εκφράζεται με υλικούς και συγκεκριμένους όρους.

Η νεότητα είναι σαν να ανοίγουμε τα μάτια μας σ’ ένα νέο τρόπο ζωής και επιφέρει όλη αυτή την ανησυχία που συνεπάγεται απ’ αυτό. Είναι σαν να γεννιόμαστε, αλλά αυτή τη φορά να το κάνουμε μόνοι μας, εντελώς μόνοι, γιατί νιώθουμε πως μόνοι μας θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε όλη την ανησυχία γι’ αυτή τη νέα γέννηση.

Όπως κάθε νέα κατάσταση, αυτή η καινούργια νεότητα της αναγέννησης μάς παρουσιάζεται ασταθής, αβέβαιη και ανήσυχη. Χρειάζεται κάποιο στήριγμα και δεν ξέρουμε πού να το βρούμε. Κι αυτή είναι η αιτία της ανησυχίας στην οποία θέλουμε να αναφερθούμε. Μπορούμε να δούμε αυτήν την ανησυχία από δύο οπτικές γωνίες: Υπάρχει μια φυσιολογική και λογική ανησυχία, εκείνη του μεγαλώματος, της ανάπτυξης αυτού του ανθρώπινου όντος που ξαναγεννιέται, όταν παύει να είναι παιδί. Είναι όλες αυτές οι διαδικασίες που αποτελούν αντικείμενο μελέτης της παραδοσιακής ψυχολογίας. Η δεύτερη άποψη που μας ενδιαφέρει πάρα πολύ είναι η “άλλη” ανησυχία, αυτή που δεν είναι τόσο φυσιολογική και χαρακτηριστική της νεότητας. Είναι αυτή που βρίσκεται διάχυτη στον κόσμο που μας περιβάλλει, με όλα του τα προβλήματα και μια τέτοια ανησυχία είναι λιγότερο φυσιολογική και περισσότερο εξαντλητική για την προσωπικότητα του νέου. Ας ξεκινήσουμε με την πρώτη.

Η ψυχολογία των τελευταίων εκατό πενήντα χρόνων μας λέει ότι δεν είναι δυνατόν να αποτιμηθεί η νεότητα μόνο με όρους φυσιολογικών και ορμονικών αλλαγών, όσο σημαντικές κι αν είναι αυτές, αλλά θα πρέπει να εκτιμήσουμε και άλλα στοιχεία, ψυχολογικού, νοητικού και ηθικού τύπου. Παραδόξως, αυτή η ψυχολογία αντιμετωπίζει όλες τις αλλαγές της νεότητας σαν να ήταν παθολογικά ανώμαλες. Οι αλλαγές είναι τόσο πολλές, τόσο μεγάλες και τόσο σημαντικές, που ο νέος μπορεί να έχει την αίσθηση ότι είναι άρρωστος και ότι είναι τρομερό αυτό που του συμβαίνει.

Το πρώτο που βιώνει είναι η ανάγκη να οικοδομήσει μια νέα προσωπικότητα. Θα πρέπει σύντομα να εκφράσει νέες αντιλήψεις, αλλά δεν είναι εύκολο να βρει στοιχεία για κάτι τέτοιο. Θα πρέπει να ενισχυθεί σε ζητήματα που φαίνονται σχεδόν παιδικά, αλλά που είναι τα πρώτα που επιτρέπουν να εκφραστεί μια νεανική προσωπικότητα. Απορρίπτονται όλα όσα συγκροτούσαν τον προηγούμενο κόσμο, γιατί σημαίνουν παιδικότητα, απερισκεψία, έλλειψη συναισθημάτων. Οπότε όλα τα προηγούμενα είναι κακά, πρέπει να παραμεριστούν, να απορριφθούν. Μέσα σ’ αυτήν τη γενική απόρριψη υπεισέρχεται αμέσως η κατάρρευση της εικόνας που είχε το παιδί για τους γονείς του. Δεν είναι πια ο πατέρας και η μητέρα αυτοί στους οποίους ο νέος θα βρει καταφύγιο, δεν είναι πια το στήριγμα. Και μαζί με την κατάρρευση αυτής της εικόνας, πέφτουν κι αυτές όλων των μεγάλων που ήταν το στήριγμα και ο πιο άμεσος οικογενειακός δεσμός. Όλοι όσοι υπήρξαν αντικείμενα αγάπης μέχρι εκείνη τη στιγμή μετατρέπονται σε αντικείμενο μίσους. Για το νέο άνθρωπο δεν υπάρχουν μέσοι όροι. Όλη η αγάπη που πριν εκφραζόταν προς τους γονείς τώρα στρέφεται σε διάφορους  ηγέτες. Υπάρχουν νέες όψεις που θα πρέπει να γεμίσουν το κενό που μόλις δημιουργήθηκε και ξυπνάει μια μεγάλη ανησυχία στο νέο.

Μεγεθύνονται οι εικόνες του καθηγητή ή του ιερέα ή του λίγο μεγαλύτερου φίλου ή κάποιου πολιτικού ηγέτη. Μερικές φορές θέλουν να στηριχτούν ακόμα και σε πολιτικούς ηγέτες, που είναι δικής τους επινόησης και εκφράζουν το ιδεώδες, το αρχετυπικό και το τέλειο. Άλλοτε πάλι«πιάνονται» από ιστορικές προσωπικότητες που εκφράζουν όλα όσα θα τους άρεσαν να είναι και όλη τους η αγάπη στρέφεται προς αυτούς.

Όμως κατά βάθος πρόκειται για το γέμισμα ενός κενού. Κι αυτό, παράγει συγχρόνως μια μεγάλη μελαγχολία και μια νοσταλγία, γι’ αυτόν τον κόσμο της παιδικής ηλικίας που έχει φύγει και δεν πρόκειται να επιστρέψει. Ο νέος στο πρώτο στάδιο έχει μια έντονη ροπή προς την εσωτερική δυστυχία. Νιώθει ότι έχει χάσει όλο τον κόσμο, όμως κανένας δε μπορεί να του δώσει μια εξήγηση. Νιώθει πως μόλις γεννήθηκε σ’ έναν άλλο κόσμο, που δεν τον καταλαβαίνει κανείς. Κι αυτή η τόσο εσωτερική, τόσο βαθιά δυστυχία δεν εκδηλώνεται ποτέ προς τα έξω, αλλά τελικά εμφανίζεται σαν μια ελαφριά μελαγχολία. Εξωτερικά υπάρχει μια υπερβολική ευθυμία, εντελώς πλασματική, με ηχηρά γέλια και άτοπες ενέργειες, ή με επιθετικότητα που πολλές φορές ενισχύεται από μια υπερβολική ζωντάνια. Αυτή η  επιθετικότητα επεκτείνεται και απέναντι στους γονείς του, γιατί τους χρεώνει την απώλεια αυτού του παιδικού κόσμου και με κάποιο αίσθημα ενοχής περιμένει να του επιτεθούν κι αυτοί, έχοντας την εντύπωση ότι αυτό συνέβη ξαφνικά χωρίς τη δική του συμμετοχή. Κι εδώ ξετυλίγεται μια μακρά διαδοχή ανησυχιών, παρεξηγήσεων, με τις καθημερινές συζητήσεις και διαφωνίες, τις συνεχείς αντιπαραθέσεις και την αίσθηση ότι δεν μπορεί να ζήσει μ’ εκείνους που μέχρι πρότινος αποτελούσαν έναν κλειστό και θαυμάσιο πυρήνα. Απέναντι σ’ αυτήν την κατάσταση ο νέος αντιδρά με διάφορους τρόπους. Στην πραγματικότητα είναι χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου να ξυπνούν μέσα του μεταφυσικές ιδέες. Όχι σαν μια φιλοσοφική μεταφυσική, τέλεια επεξεργασμένη, αλλά σαν κάτι πιο απλό. Αρχίζει να αναρωτιέται, για πρώτη φορά, για το τι είναι η ζωή και ο θάνατος. Και βλέπει ότι ο ίδιος δεν είναι αιώνιος, ότι βρίσκεται μέσα στο χρόνο, ότι έχει μεγαλώσει κι αλλάξει, ότι θα συνεχίσει να μεγαλώνει και ν’ αλλάζει και κάποτε θα εξαφανιστεί. Και τότε αναρωτιέται για το τι υπάρχει μετά. Μαζί μ’ αυτές τις μεταφυσικές ιδέες εμφανίζονται κι άλλες, ηθικής τάξης. Στην αρχή συνηθίζει να είναι πολύ αυστηρός, μ’ έναν τρόπο και μια ηθική πολύ δική του και πολύ προσωπική, έντονα άκαμπτη, κυρίως για τους άλλους, αλλά σε κάποιο βαθμό και γι’ αυτόν τον ίδιο. Αν αυτό ακολουθούσε μια καλή πορεία, θα είχαμε την αρχή του μίτου που μπορεί να οδηγήσει στο να εξαλειφθεί σιγά - σιγά η νεανική ανησυχία. Δυστυχώς όμως αυτό δεν συμβαίνει, κι έτσι τα πρώτα μεταφυσικά και ηθικά σκιρτήματα συνήθως προκαλούν στην οικογένεια και στους συγγενείς ένα υποτιμητικό χαμόγελο ή ένα κάπως σκληρό πείραγμα, που θα χαράξει πολύ βαθιές πληγές στο νέο.


Από νοητική άποψη, μπορούν να συμβούν πολλά πράγματα εντελώς διαφορετικά. Ή αφήνονται εντελώς, οπότε συναντάμε αυτούς τους νέους ανθρώπους που υπήρξαν λαμπρά μυαλά και που ξαφνικά μένουν στάσιμοι και αποτυχαίνουν στις σπουδές τους, ή τους συμβαίνει το αντίθετο. Να βρουν δηλαδή μια ιδεώδη φυγή στη μελέτη, οπότε προσπαθούν να δουν με νοητικούς όρους το πρόβλημα που ζουν, συναντώντας ένα θαυμάσιο δρόμο μέσα στον κόσμο των ιδεών και αποκτώντας την ικανότητα να εκφράζουν με ακρίβεια αυτό που συμβαίνει μέσα τους. Σ’ αυτήν τη δεύτερη περίπτωση ξυπνάει μια μεγάλη έφεση προς το διαλέγεσθαι, χωρίς να τους ενδιαφέρει αν οι ιδέες που υπερασπίζονται είναι ή όχι αληθινές. Θέλουν να συζητούν, να στηρίζουν τις θέσεις τους, να δείχνουν δύναμη και ικανότητα. Αυτό τους κάνει πραγματικά ευτυχείς. Μια άλλη τυπική αντίδραση του νέου είναι ένα είδος εγωισμού που οι ψυχολόγοι ονομάζουν «ναρκισσισμό». 

Επικεντρώνεται στον εαυτό του, θέλει να βρίσκει όλες τις απαντήσεις μόνος του, επιζητά την πρωτοτυπία, καθώς πιστεύει ότι για να είναι ο εαυτός του χρειάζεται να είναι διαφορετικός απ’ τους άλλους, ακόμη και λίγο εκκεντρικός. Νιώθει πως πρέπει να προσελκύει την προσοχή των άλλων κι αυτό πολλές φορές εκδηλώνεται σε πράγματα τόσο απλά όσο η μόδα. Όμως είναι μια πολύ ιδιαίτερη εκκεντρικότητα, γιατί αποσκοπεί στο να ενοχλήσει λίγο τους μεγαλύτερους. Επιπλέον ζητάει την έγκριση των άλλων νέων που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, γι’ αυτό και σχηματίζονται ομάδες, που θα μπορούσαμε να τις παραλληλίσουμε με την έννοια των φυλών. Ένα θετικό στοιχείο αυτής της εποχής της νεότητας, αν και οδυνηρό και με κάποια δόση υστεροβουλίας, είναι το ξύπνημα της φιλίας. Ίσως ποτέ άλλοτε όσο σ’ αυτή την εποχή δεν ξέρει κανείς τι είναι στ’ αλήθεια η φιλία. Οι φιλίες της νεότητας είναι οι ένδοξες φιλίες, οι μοναδικές όπου όλα είναι θαυμάσια, όπου υπάρχει μια ιδεώδης, φανταστική εμπιστοσύνη και όπου ο φίλος είναι τα πάντα. Είναι φυγή, απελευθέρωση από τα εσωτερικά προβλήματα κι επίσης -σ’ ένα επίπεδο που δεν έχει την έννοια του νοσηρού - σχεδόν μια δοκιμή γι’ αυτό που θα είναι αργότερα ο έρωτας. Ο φίλος είναι το ηθικό στήριγμα.

Και πέρα απ’ αυτές τις ατομικές εμπειρίες της φιλίας, ο νέος μερικές φορές βρίσκει έναν τρόπο φυγής μέσα απ’ τις ομάδες όπου εντάσσεται, γιατί θέλει να νιώθει δυνατός, γιατί είναι πολύ δύσκολο να πορεύεται μόνος. Τα ενδιαφέροντα των νέων, σύμφωνα με την ψυχολογία, είναι πολλά και διαφοροποιημένα. Συνηθίζουν να ενδιαφέρονται για όλα, όχι όμως με διάρκεια. Σήμερα αρχίζουν κάτι κι αύριο το αφήνουν. Αυτό συμβαίνει με πολλά πράγματα που δεν τελειώνουν ποτέ. Το σημαντικό γι’ αυτούς είναι να βρίσκονται σε κίνηση, όμως στην πραγματικότητα τίποτα δεν έχει ενδιαφέρον. Υπάρχει μια καθολική απάθεια, γιατί θα πρέπει να ανταποκριθούν στην πληθώρα των ερεθισμάτων από την πλευρά της οικογένειας ή εκείνου που τους περιτριγυρίζει, που τους εκτοξεύει συνεχώς συμβουλές και συστάσεις για το τι πρέπει ή δεν πρέπει να κάνουν. Είναι μια αμυντική κίνηση.

Γενικά το πρόβλημα είναι ότι είναι απλά νέος και έχει ανησυχίες. Είναι δύσκολο να το καταλάβει κανείς, είναι όμως η πραγματικότητα. Τώρα πάμε στην άλλη όψη. Ο κόσμος μας, ο γεμάτος άγχος εικοστός πρώτος αιώνας, έρχεται να προστεθεί στην ανησυχία των νέων ανθρώπων. Θα επισημάνουμε κάποιες όψεις που επιφέρουν τεράστια επιβάρυνση στην κατάστασή τους. Ως φιλόσοφοι θα πρέπει ίσως να ξεκινήσουμε απ’ αυτό που θεωρούμε ως το πιο τρομερό, το χειρότερο απ’ όλα, που είναι ο κακός προσανατολισμός της εκπαίδευσης. Μιας εκπαίδευσης που δεν απευθύνεται ουσιαστικά στους νέους, που είναι εντελώς στερεότυπη και λαμβάνει υπόψη μόνο τις ίδιες τις σπουδές και όχι το ανθρώπινο ον που πρόκειται να τις πραγματοποιήσει. Το αποτέλεσμα είναι ότι: ή  οι μεγαλύτεροι ρίχνουν τους νέους, χωρίς καμία προετοιμασία σ’ έναν κόσμο σκληρό και ανταγωνιστικό - οπότε οι ίδιοι νιώθουν αδύναμοι να τα καταφέρουν μόνοι τους σ’ αυτές τις συνθήκες - ή αντίθετα υπερπροστατεύονται από τους μεγάλους και παγιδεύονται, χωρίς να έχουν την ευκαιρία να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους σ’ αυτό τον κόσμο όπου, αργά ή γρήγορα, θα πρέπει να εισχωρήσουν. Είτε από υπερβολή είτε από έλλειψη ο νέος καταλήγει να έχει μια ανεπαρκή εκπαίδευση και δε μπορεί να εκδηλωθεί στον κόσμο.

people talkingΣε γενικές γραμμές, οι ενήλικοι μπορούν να διαπράξουν το τυπικό λάθος να μέμφονται το νέο που δεν είναι πια παιδί ούτε όμως και ώριμος κι αυτό ισοδυναμεί με το να του λένε ότι δεν είναι τίποτα. Τα τελευταία χρόνια γίνεται πολύς λόγος για περιθωριοποιημένους, όμως, χωρίς να το θέλουμε, εμείς οι ίδιοι τους κάνουμε να αισθάνονται έτσι, γιατί δεν ξέρουν πια τι είναι. Κι από την ψυχολογική περιθωριοποίηση ως την εγκληματικότητα μερικές φορές μεσολαβεί μόνο ένα βήμα. Είναι σαν να σπάει ένα φράγμα που μπορεί να είναι μεγάλο. Στην αρχή αμφισβητείται η ηθική εξουσία των γονέων, όμως καταλήγει να αμφισβητείται οποιαδήποτε άλλη μορφή εξουσίας, με αποτέλεσμα να καταντάει πρακτικά αδύνατη η κοινωνική ζωή κι ο νέος δεν αναγνωρίζει και δεν σέβεται τίποτα. Και σαν να μη φτάνουν αυτά, γίνεται στυγνή εκμετάλλευση αυτής της κατάστασης της νεολαίας, χρησιμοποιώντας τον εύκολο ενθουσιασμό που υπάρχει στο νέο, την ευκολία στο να μισήσει και να αγαπήσει, να ριχτεί στις μεγάλες περιπέτειες. Παίρνει τα ηνία μια εντελώς ανέντιμη προπαγάνδα, η οποία τώρα εμφανίζεται σαν μόδα που ξεκινάει από το ντύσιμο μέχρι τους αναρχικούς τρόπους ζωής, από τα ναρκωτικά μέχρι τον αθεϊσμό, από την τακτική της προσωπικής ανευθυνότητας μέχρι την απόρριψη οποιασδήποτε κατεστημένης τάξης.  Μια υγιής νεολαία δε μπορεί να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης. 

Γι’ αυτό και της υπόσχονται αυτούς τους χίλιους ανέφικτους παραδείσους που ποτέ δεν έρχονται, κι αν έρθουν εξακολουθούν να τους δημιουργούν άγχος. Οπότε συντηρείται το κατάλληλο έδαφος για να σπέρνεται αυτή η αγχωτική προπαγάνδα και μ’ αυτόν τον τρόπο να δημιουργούνται νέοι που δεν ξέρουν τι να κάνουν στη ζωή τους.  Και σαν να μην έφταναν αυτά, εμφανίζονται οι φυσικές απαντήσεις που δεν θα πρέπει να μας παραξενεύουν καθόλου. Σήμερα είναι της μόδας η άρνηση, όμως αυτό είναι λογικό, καθώς η άρνηση δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια κραυγή αγωνίας, ένας τρόπος να πει κανείς “τι μπορώ να κάνω;” Όταν ο νέος ψάχνει για δουλειά, του ζητούν εμπειρία. Ο νέος θέλει να είναι καλύτερος, θέλει να διακριθεί, θέλει να κάνει οικογένεια. Όμως τελικά, ο μόνος δρόμος είναι να τον βοηθήσουν να βρει μια θέση οι γονείς του. Αν όχι, τότε θα πρέπει να περιμένει πολύ, χωρίς να ξέρει τι πρόκειται να κάνει και πότε. Αν σπουδάσει κάτι, τις περισσότερες φορές δεν έχει τη δυνατότητα να εξασκήσει αυτό που σπούδασε και τελικά θα υποχρεωθεί να κάνει οτιδήποτε άλλο για να βγάλει το ψωμί του. Σ’ αυτήν την ανησυχία έρχεται να προστεθεί και μια άλλη. Φεύγουν τα νιάτα κι αυτός αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι δεν έχει κάνει απολύτως τίποτα. Είναι λογικό να κρατάει μια στάση άρνησης σ’ αυτές τις συνθήκες. Και βέβαια είναι λογικό να καταφύγει στη διαμαρτυρία, που θα είναι τόσο παθητική και στείρα, όσο επιθετική και βίαιη. Και υπάρχουν και οι στατιστικές που μιλούν για τη “λύση” της άκαρπης αναζήτησης, που είναι ο βίαιος τερματισμός της ίδιας της ζωής.

Παλαιότερα, όταν γίνονταν έρευνες στη νεολαία για τα ζητήματα που την ενδιέφεραν περισσότερο, στην πρώτη θέση ήταν οι αισθητικές αξίες, οι ηθικές αξίες, οι μεταφυσικές ανάγκες και οι θρησκευτικές ανησυχίες. Τώρα οι έρευνες δείχνουν στην πρώτη θέση την προσωπική ευημερία, το χρήμα, τον έρωτα και μετά κάποια πιο αφηρημένα ζητήματα. Όμως αυτό που προέχει είναι η σιγουριά, η ηρεμία, η καλοπέραση.

Αισθάνονται  πράγματι έτσι οι νέοι ή μήπως ωθούνται από εξωτερικούς παράγοντες να αισθάνονται και να σκέφτονται μ’ αυτό τον τρόπο; Θα πρέπει να αναρωτηθούμε αν έχουν πεθάνει στ’ αλήθεια τα μεγάλα όνειρα της νεότητας. Πιστεύουμε πως όχι! Όμως στοιχίζει πολύ να τα συναντήσουμε, όπως στοιχίζει πολύ να καταφέρουμε κάποιο νέο να ομολογήσει ποια είναι τα μεγάλα του όνειρα, καθώς οι επαγγελματίες ερευνητές διαβεβαιώνουν ότι οι νέοι δεν συνηθίζουν να λένε την αλήθεια.


Τείνουμε να πιστεύουμε ότι υπάρχουν μεγάλα όνειρα, όμως θα πρέπει να μάθουμε να τα συναντάμε. Είναι όνειρα που μπορούν να εξαλείψουν λίγο - λίγο την ανησυχία και το άγχος. Για να γίνει όμως αυτό χρειάζεται να μετατραπούν σε πραγματικότητα. Δεν υπάρχει κανένας νέος που να μην του αρέσει η ομορφιά στο φυσικό επίπεδο. Ούτε υπάρχει κανένας νέος που να απορρίπτει την αρμονία ή το καλό γούστο. Όταν το κάνει αυτό, είναι για να διαμαρτυρηθεί και όχι γιατί δεν αγαπάει το αισθητικά καλό, το ωραίο και το ευχάριστο.

Η άλλη έκφραση είναι να φτύνουν κατάμουτρα ό,τι δε μπορούν να έχουν. Όλοι οι νέοι αγαπούν την υγεία και θέλουν να αισθάνονται δυνατοί, όμως την καταστρέφουν, πλήττουν το ίδιο τους το σώμα και το φθείρουν, εκδηλώνοντας την άρνησή τους στη σκέψη ότι τελικά δεν έχουν να κάνουν τίποτα.

Οι νέοι μπορούν εξωτερικά να το αρνούνται, όμως όλοι έχουν στο βάθος αγνά και ευγενικά αισθήματα. Σε κανένα δεν αρέσουν τα μεταβλητά συναισθήματα, αυτό που είναι σήμερα αλλά που δεν θα είναι αύριο, αυτό που τους κρατάει πάντα στενοχωρημένους, αγχωμένους και ανήσυχους. Κάθε νέος ονειρεύεται την αιωνιότητα. Κάθε νέος βάζει σε προνομιούχα θέση την έννοια της Αγάπης, έστω κι αν δεν θέλει να το παραδεχτεί. Κάθε νέος οραματίζεται καθαρά, αγνά, λαμπρά και θαυμαστά πράγματα, έστω κι αν δεν θέλει να το αναγνωρίσει. Η αναρχία και η αταξία υπάρχουν, όμως είναι μορφές ανησυχίας. Δεν υπάρχει κανένας νέος που δεν αναζητά  τη σοφία στο νοητικό επίπεδο. Η ανησυχία, η επιθυμία για έρευνα, για γνώση όλο και περισσότερων πραγμάτων είναι χαρακτηριστικό της νεότητας. Είναι σαν ένας ασταμάτητος πόθος για να εισχωρήσει κάποιος σε όλα τα μυστικά του κόσμου.

Ο νέος θέλει να γνωρίζει, όμως αυτό είναι δύσκολο, γιατί κάποιες φορές θα πρέπει να ξεκινήσει με το να απομακρύνει πέπλα, να σβήσει την άγνοια και να ανάψει δαυλούς μέσα στο σκοτάδι. Κάποιες φορές θα πρέπει να ανακαλύψει ότι η επιστήμη δεν καταστρέφει μόνο, αλλά επίσης δημιουργεί. Ότι η έρευνα μας φέρνει κοντά στους εσώτερους νόμους της Φύσης. Ότι η επιστημονική φαντασία δεν αρκεί για να γεμίσουν όλες οι ώρες μας, αλλά ότι υπάρχουν αυθεντικοί νόμοι που μπορούμε να γνωρίσουμε, χωρίς να καταφεύγουμε σε φανταστικά σενάρια. Κάποιες φορές θα πρέπει να καταστρέψει ψευδείς αντιλήψεις και να ανακαλύψει όλη την ομορφιά που υπάρχει στην Τέχνη με αυθεντικά μηνύματα και να ξεσκεπάσει αυτές τις απάτες που γίνονται αποδεκτές μόνο και μόνο γιατί είναι της μόδας. 

Κάποιες φορές είναι αναγκαίο να φανεί στο νέο ότι δεν είναι άθεος στ’ αλήθεια, αλλά ότι δεν υπάρχει τίποτα καλό ή ευγενικό μπροστά του για να πιστέψει σ’ αυτό και ότι ακόμη και η ίδια η εικόνα και η ιδέα του Θεού έχει νοθευτεί και μολυνθεί. Κάποιες φορές θα πρέπει να διδάσκεται ότι θα πρέπει να αρχίσει να αποκαθιστά την πίστη στον εαυτό του, ώστε να εξυψωθεί προοδευτικά στην κλίμακα της πίστης σε όλα τα πράγματα, μέχρι να φτάσει στο Θεό. Ποιος δεν θέλησε ή δεν θέλει να αλλάξει τον κόσμο; 

Ποιος δεν ονειρεύτηκε αυτή τη διαρκή επανάσταση που θα μας επιτρέψει να σβήσουμε όλα τα κακά και όλες τις αδικίες; Είναι καλό όμως να εντυπωθεί η ιδέα ότι αυτή η επανάσταση θα πρέπει να ξεκινήσει από τον εαυτό μας. Να την εφαρμόζει ο καθένας μας στον εαυτό του. Να αποκτήσει πρακτικά το αίσθημα της προσωπικής ευθύνης και μια υγιή φιλοδοξία που να λειτουργεί ως μία σταθερή δύναμη που οδηγεί προς τα εμπρός. Να είναι όμως μια φιλοδοξία που να μην αγνοεί, αλλά να διέπεται όλο και περισσότερο από το σεβασμό προς τους άλλους. Δεν υπάρχει κανένας νέος που να μην ονειρεύεται την ευτυχία. Η ευτυχία υπάρχει και δεν είναι απλά υλική ικανοποίηση, ούτε ικανοποίηση των ενστίκτων, αλλά κάτι περισσότερο που εξακολουθούμε να ονειρευόμαστε, χωρίς να ξέρουμε ακριβώς πού θα το συναντήσουμε. Έλεγαν οι στωικοί ότι η απόλυτη ευτυχία δεν βρίσκεται σ’ αυτή τη γη, αλλά ωστόσο μέρα με τη μέρα μπορούμε να τη συναντάμε, αν μάθουμε να την αναζητάμε με επιμονή, με υπομονή, με διάκριση, γνωρίζοντας να διακρίνουμε εκείνο που μας εξυπηρετεί κι εκείνο που δεν μας εξυπηρετεί. 

Ούτε επίσης υπάρχει νέος που να μην οραματίζεται την ελευθερία που του δίνει τη δυνατότητα να πετάξει. Γιατί ελευθερία για το νέο δε σημαίνει να κάνει οποιοδήποτε πράγμα, αλλά να ξέρει τι είναι αυτό που θέλει να κάνει και πού θέλει να φτάσει με αυτό που κάνει. Δεν υπάρχει κανένας νέος που να μην ονειρεύεται αυτή την εσωτερική ελευθερία για την οποία δεν υπάρχουν εμπόδια, για την οποία δεν υπάρχει καν ο θάνατος. Το μεγάλο ερώτημα που τώρα θέτουμε είναι αν υπάρχουν ακόμα νέοι. Υπάρχουν; Η είμαστε καταδικασμένοι να βλέπουμε παιδιά μόνο με πρόσωπο ενηλίκου; Δεν μας προξενεί φόβο το να βλέπουμε όλο και πιο συχνά στα μικρά παιδιά μας ένα βλέμμα υπερβολικά βαθύ για τα χρόνια τους, ή μια σοβαρότητα που εμπεριέχει το στοιχείο της επιτίμησης, από τις πρώτες στιγμές της ζωής τους; Έχουμε επίσης ενήλικες ντυμένους έφηβους που δεν κατόρθωσαν να ξεπεράσουν τη νεανική ανησυχία. Θα πρέπει να ξεφύγουμε απ’ αυτόν το διαρκή δυϊσμό που ζει κυρίως ο νέος, ο οποίος θα πρέπει να ανταποκρίνεται εξίσου στις λειτουργίες τού ζωικού του ενστίκτου και στα πιο ευγενή όνειρά του, να έχει συνείδηση από τη μια πλευρά ότι είναι ικανός να πραγματοποιεί κατορθώματα ανάλογα με αυτά των μεγάλων βιβλίων κι από την άλλη πλευρά ότι μπορεί επίσης να είναι ένα κτήνος που σέρνεται στο χώμα. Για να τελειώσει όμως κανείς μ’ έναν αγώνα, δεν υπάρχει άλλος τρόπος από το να αγωνιστεί. Σ’ ένα παλαιό και ιερό κείμενο της Αρχαίας Ανατολής, στη “Μπαγκαβάτ Γκίτα”, υπάρχει ένας ιδανικός άντρας που λέγεται Αρζούνα και που βρίσκεται στην κρίσιμη στιγμή της μάχης. Πρόκειται ν’ αρχίσει τη μάχη και θα πρέπει να πάρει αποφάσεις εκείνη τη στιγμή. Υποφέρει και είναι απελπισμένος. Η αγωνία του Αρζούνα πριν από 5.000 χρόνια δεν έχει καμία διαφορά με την ανησυχία για την οποία γίνεται λόγος στις σημερινές πραγματείες στην ψυχολογία.

Είναι η ίδια απελπισία. Ο Αρζούνα έχει στη μια πλευρά του όλο το ζωικό κόσμο του και τον κόσμο των ενστίκτων του και στην άλλη πλευρά όλες τις ευγενικές του φιλοδοξίες, τις πιο μεγάλες, τις καλύτερες. Πρέπει να πάρει τις αποφάσεις του, να διαλέξει, να τελειώνει μ’ αυτή την ενδιάμεση κατάσταση, με την αστάθεια. Πρέπει να περάσει την καθοριστική δοκιμασία. Όταν στους παλιούς πολιτισμούς έθεταν τους νέους σε δοκιμασίες πριν τους δεχτούν ως ενηλίκους στην κοινωνία, αυτό δε γινόταν με οποιοδήποτε τρόπο, ούτε γινόταν για να πραγματοποιηθούν κάποιες μαγικές τελετουργίες χωρίς κανένα νόημα. Αλλά τους δοκίμαζαν μ’ έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Ήταν η δοκιμασία του “τόλμησε”, “αποφάσισε”. Ήταν η στιγμή της μάχης, της επιλογής του να μπει στο παιχνίδι η διάκριση. “Τόλμησε και είναι σίγουρο ότι θα βγεις νικητής”.

Στα ίδια τα λάθη που επισημαίνονται ως ρίζα και αιτία της νεανικής ανησυχίας βρίσκονται και οι απαντήσεις που αναζητάμε. Αρκεί να αντιστρέψουμε τα λάθη, να τους δώσουμε ένα αντίθετο νόημα και τότε θα έχουμε τη λύση. Λύσεις κάθε είδους, από τις πνευματικές, τις νοητικές, τις συγκινησιακές, τις φυσιολογικές και βιολογικές μέχρι τις πραγματιστικές λύσεις, τις πρακτικές και συγκεκριμένες.

Θα πρέπει να θυμηθούμε κάτι πολύ σημαντικό, κι αυτό είναι ότι, πέρα από τη νεανική ανησυχία, στη νεότητα είναι ριζωμένες οι μεγαλύτερες δυνάμεις. Και για να είναι κανείς νέος δεν χρειάζεται να έχει ένα νεανικό κορμί, καθώς υπάρχει μια αιώνια Νεότητα που είναι αυτή της Ψυχής, που έχει την ικανότητα να εκδηλώνεται στο βαθμό που μπορεί κανείς να ονειρεύεται και στο βαθμό που μπορεί να κάνει πράξη αυτά τα όνειρα. Και θα πρέπει επίσης να θυμηθούμε ότι είναι κανείς νέος, αιώνια νέος και χωρίς άγχος, όταν με τα όνειρά του και με τη δύναμή του να τα προωθεί, μαθαίνει να βαδίζει μ’ ένα Δαυλό, έναν παλιό και γνώριμο Δαυλό που εμείς οι άνθρωποι του χτες, του σήμερα και του πάντοτε ονομάζουμε Ελπίδα, νεανική Ελπίδα και όχι νεανική ανησυχία.